Στίχοι

  • Τανγκό βατράχων

    Μεσοφέγγαρα Αυγουστιάτικα στις λίμνες
    Τα νούφαρα κι οι ερωδιοί φιλιά ανταλλάσσουν
    Χορεύουν αργόσυρτα τανγκό με το μαχαίρι τους γυμνό
    Πάνω στα γλυκά νερά το πάθος να μοιράσουν

    Νταβάδες βάτραχοι στον πόθο τους απάνω
    Καμώνουν τους πρίγκηπες που όνειρα χαράσσουν
    Διόνυσοι σαγηνευτές εξωτικοί τραγουδιστές
    Τις παρθένες νύφες προσπαθούν να ξελογιάσουν

    Κι αν το γλυκοχάραμα χρώματα , κραγιόν κι ελπίδες σβήνει
    Κι οι ρυτίδες μου μάσκες στα παζάρια τρέχουν ν` αγοράσουν
    Αλήθεια σας λέω είναι καλοί, είναι πολύ καλοί οι πρίγκηπες
    Γιατί δε σκοτώνουν τις πουτάνες πριν γεράσουν. επιστροφή
  • Παραμύθια της ζωής

    Είναι η θλίψη ερωτευμένο μικρό αγόρι
    Είναι η ευτυχία τρελό καθημερινό ζόρι
    Είναι μια σοκολάτα μόνο για δύο
    Κι ότι περισσεύει σκουπίδια από ένα πορνείο

    Είναι η θλίψη ηλιαχτίδα ,
    τη γεννάει η νύχτα σαν ελπίδα
    Στο χάραμα της ροδαυγής
    εκεί που παιδικέ μου έρωτα αιμορραγείς
    Ειναι η ευτυχία φωτιά πληγής
    σβήνει με δάκρυα ανοιξιάτικης βροχής
    Θάβει όνειρα στην αγκαλιά της γης ,
    εκεί που ανθίζουν τα πιο όμορφα παραμύθια της ζωής

    Είναι η θλίψη ερωτευμένη μικρή κοπέλα
    Είναι η ευτυχία φυγή μοναξιάς και τρέλα
    Είναι μια καραμέλα μόνο για δύο
    Κι ότι περισσεύει περιτύλιγμα αστέγων στο κρύο επιστροφή
  • Μικρή θλιμμένη μου αγάπη

    Ρόδινα μικρά χελιδόνια υφαίνουν μεταξένια δάκρυα
    Βυζαίνουν απ` το στήθος σου κι ο ουρανός ματώνει
    Κι ο ουρανός ματώνει σαν χάδι στου οργασμού την άκρια

    Της αυγής δροσοσταλιές, σ`ανθούς της καρδιάς σου
    Θλιμμένες αγάπες ως κι η γη ματώνει
    ως και η γη ματώνει να δροσίσει τα φλογισμένα φιλιά σου

    Έλα μικρή θλιμμένη μου αγάπη πλασμένη από πηλό και στάχτη
    Έλα και πάρε με μαζί σου ως τις κορφές του παραδείσου
    Έλα μικρή θλιμμένη μου αγάπη του ονείρου που ματώνει
    Σαν ο θάνατος κι ουρανός κι η νύχτα με κυκλώνει

    Στον καθρέφτη αρώματα μέσα στα πόδια σου γυμνά
    Ιδρωμένες ανάσες ως κι η νύχτα ματώνει
    Ως κι η νύχτα ματώνει στης αστροπηγής σου τη φωτιά

    Βιολετιές ανταύγειες γεύση του πόθου τρελή
    Σαν τα μάτια σου κλέβουν το φιλί ως κι ο θάνατος ματώνει
    Ως κι ο θάνατος ματώνει όταν στον έρωτα έχεις παραδοθεί επιστροφή
  • Ακούω φωνές

    Μια γαμημένη φωνή μου τρώει το κεφάλι
    Τηλεοπτικοί αστέρες με ναρκώνουν πάλι
    Σα μασκοφόροι σαλτάρουν οι διαφημιστές
    Τα όνειρά μου τρελοί εκδικητές

    Ακούω φωνές σου λέω, ακούω φωνές
    Το μυαλό μου γεννά ουρλιαχτά, σιωπές
    Ακούω φωνές σου λέω, ακούω φωνές
    Σπέρνω φόβους, φόβους, θερίζω ενοχές

    Μια γαμημένη φωνή με τρελαίνει
    Ηλεκτρικό πριόνι σε πορεία μανιασμένη
    Super market - ενημέρωσης μου πουλάνε σκατά
    Γουρούνια πολιτικοί λένε ότι είναι γλυκά

    Μια γαμημένη φωνή λέει κάνε το αντίστροφο
    Ξεσκουριάζω απ`τ` αρχίδια ένα παλιό περίστροφο
    Η τελευταία μου σφαίρα διατάζει "επί σκοπόν"
    Σημαδεύω ένα διάβολο αρχιεπίσκοπο. επιστροφή
  • Μαριονέτα

    Όλα μου τα λέει η τηλεόραση που ξέρει πάντα, πάντα το καλό μου
    Το αφεντικό στη δουλειά ξέρει πάντα μα πάντα το καλό μου
    Κρυφές κάμερες κλέβουν τα πιο τρελά μυστικά όνειρά μου
    Οι γιατροί της κυβέρνησης σκοτώνουν στη γέννησή τους τα αισθήματα μου

    Λένε πως είμαι άρρωστο μυαλό επικίνδυνος με ψυχικές διαταραχές

    Γιατί ανοίγω αόρατες πόρτες, μπαίνω σε παιδικά δωμάτια με κούκλες πλαστικές
    Γιατί τις βλέπω να γελάνε να κάνουν γυμνές ερωτικές σκηνές
    Κι ακόμα λένε πως ροκανίζουν το κεφάλι μου μνήμες ζωντανές
    Από όντα που χορεύουν ελεύθερα δίχως να κρέμονται από ουράνιες κλωστές

    Κάτι που εγώ δεν έζησα και δε θα ζήσω ποτέ

    Γιατί μου λένε πως γεννήθηκα από γρανάζια-μάνες-μηχανές
    Και δεν υπήρξαν άνθρωποι που βύζαξαν μέσα σε αγάπες τρυφερές
    Ποτέ ,ποτέ , ποτέ... επιστροφή
  • Αύρα θεά του έρωτα

    Σαν έρχεται η ώρα που αλυσοδένονται τα φώτα
    Χορεύουν αγκαλιασμένοι η στέρηση με τον κρύο ιδρώτα

    Σαν έρχεται η ώρα που οι δροσοσταλίδες μακιγιάζ φορούν
    Πεταλούδες μαύρες ξεδιψούν
    πίνοντας έρωτες που δεν μπορούν ν`αγαπηθούν

    Αύρα θεά του έρωτα του ήλιου βασιλιά
    Πλέξτε μύθους-γιατρειά για `κείνα τα παιδιά
    Για `κείνα τα παιδιά που εξόρισε της γης σας η αγκάλη
    Να ταξιδεύουν μ` αλογόφιδα φτερωτά σ`ανείπωτη ζάλη επιστροφή
  • Έι γλυκό κορίτσι

    Έι γλυκό κορίτσι
    Κάπου σ` έχω ξαναδεί

    Κάπου σ` έχω ξαναδεί
    Μέσα σ` ένα παγωτό το καλοκαίρι
    Κάπου σ` έχω ξαναδεί
    Πάνω σ`ένα χριστουγεννιάτικο αστέρι

    Σε είδα να κάνεις έρωτα
    πάνω στης πεταλούδας τα φτερά
    Σε είδα να κάνεις έρωτα
    Στης ίριδας τα όνειρα τα πιο τρελά

    Έι γλυκό κορίτσι
    Κάπου σ` έχω ξαναδεί

    Κάπου σ` έχω ξαναδεί
    Πάνω σ` ένα κινέζικο σαντούρι
    Κάπου σ` έχω ξαναδεί
    Πάνω σ` ένα άστρο γλυφιτζούρι επιστροφή
  • Ο μύθος της ανεμώνας

    Τον είδαν, σκοτάδι απ` έξω
    Στρέψαν τα φώτα κατά πάνω του
    Ανάκατες φωνές στριγγλιές και βογκητά
    Τον ματάδαν να γλιστρά κάτω απ` τους μπάτσους ,
     τους φανοστάτες , το φεγγάρι.
    Τον πετροβόλησαν του ρίξανε καναδυό ντουφεκιές
    και κάμποσοι που κράταγαν μαχαίρι τον πρόφτασαν
    Δυο δάχτυλα απ` την καρδιά το αίμα έτρεχε
    Ένα παιδί λευτερώθηκε από το οργισμένο πλήθος
    κι έβαλε το δάχτυλο στη λαβωματιά
    Χρύσωσε...

    Κατέβηκε η σελήνη να δει τα θάμα και φώτισε τον νεκρό
    Ένα μεγάλο αστέρι έφεγγε κατά πάνω του
    Φάνηκε ένα άσπρο περιστέρι μ` ανοιγμένες τις φτερούγες
    Δάκρυσε η κοπελιά .
    Με το μαντήλι της σκούπισε τον ιδρώτα στο πρόσωπό του και το φίλησε
    Χρύσωσαν τα χείλια την, είπαν κλέφτρα
    Δε την ξαναφίλησε κανείς...

    Κάμανε καιρό από τότε να τη δούνε
    Όταν την ξαναβρήκαν ήταν στο ίδιο μέρος που έδωσε το στερνό φιλί της
    Οι γιαγιάδες έπαψαν να το εξιστορούν στα εγγόνια τους
    Μονάχα σαν φύσαγε τα βράδια ο βοριάς, χρύσωναν τα μαντήλια των κοριτσιών
    Βιαστικά εκείνες τα κένταγαν με κόκκινη κλωστή να τα χαρίσουν το πρωί στους αγαπητικούς
    Τότες σταυροκοπιόντουσαν ακόμα στα εικονοστάσια
    Τώρα λίγοι το θυμούνται...

    Μόνο ο φονιάς ακόμα ακούει στα ανεμοδαρμένα παραθυρόφυλλά του
    το τραγούδι του κοριτσιού που σεριανά λευκοντυμένη τις νύχτες
    και μαζώνει ανεμώνες να τις χαρίσει στον αφέντη ήλιο
    να τον καλοπιάσει
    για ν` αγαπά τους ανθρώπους. επιστροφή
  • Χίλια χρόνια

    Χίλια χρόνια μακριά από δω
    Άρχοντας βασίλευε "ελέω θεό"
    Στη χώρα των νεκρών των ήλιων
    Των άδειων ματιών, των ψεύτικων αστείων
    Στη χώρα του φιδιού, της στείρας φαντασίας
    των χαμένων θαλασσών της ευτυχίας
    Στη χώρα που σκοτώνουν τα παιδιά πριν ζήσουν
    κι όνειρα στης μάνας τους την αγκαλιά ποθήσουν

    Και μια μέρα διέταξε να εκτελεστούν
    όσοι κάνουν έρωτα χωρίς να τον ρωτούν
    Και μια μέρα διέταξε να εκτελεστούν
    όσοι ονειρεύονται να αγαπηθούν

    Χίλια χρόνια μακριά από δω
    Εκεί που βασίλευε ο φόβος και το άδικο
    Εξεγέρθηκαν τα ερωτευμένα παιδιά
    Υψώνοντας στον ήλιο ξύλινα σπαθιά

    Κι οι δικαστές τους κοίταζαν με τρόμο
    Τα βρακιά του που`βρεχε έναν αστυνόμο
    Και τον άρχοντα που βασίλευε "ελαίω θεό"
    Τον κρεμάσαν στα μουσεία από το λαιμό

    Κι εγώ ένας παλιάτσος βασιλιάς γελωτοποιών
    Με κομμένη γλώσσα φυλακισμένος των θεών
    Μια στιγμούλα φτάνει ν`αναρωτηθώ
    Αν όλα γίναν χίλια χρόνια μακρυά από `δω
    Η μήπως όλα τα έπλασα στο άρρωστό μου μυαλό.

    επιστροφή
  • Ονειροφαντασία

    Ξέρεις εκείνον που χρόνια ζωγραφίζει
    το ταξίδι της μοναδικής αγάπης
    Και το πρωτότυπο για μια στιγμή χαρίζει
    σε μια μαυρόασπρη καρδιά που τίποτα δεν την αγγίζει

    Με τον φόβο πως αν φτάσει εκεί που η ονειροφαντασία κερδίζει
    Θα `ναι η μόνη καρδιά που σε τίποτα άλλο δε θα ελπίζει

    Ξέρεις εκείνον που ένα καράβι σκαλίζει
    για το ταξίδι της μοναδικής αγάπης
    Και κάθε μέρα με μίσος το βυθίζει
    σ` ένα ενυδρείο μυαλό που αταξίδευτο ραγίζει

    Με τον φόβο πως αν φτάσει εκεί που η ονειροφαντασία κερδίζει
    Θα `ναι η μόνη καρδιά που σε τίποτα άλλο δε θα ελπίζει
    επιστροφή
  • Αρζεντίνα

    Αρζεντίνα. Rio de la plata.
    Απ` τη μια μεριά του ποταμού η χωματερή ονείρων κι απ`την άλλη κρυστάλλινο χρυσάφι από ουρανοξύστες. Στη μέση τα λασπόνερα του ποταμού με βασιλιά τον Αχέροντα,  να στέλνει τους βαρκάρηδες να πουλάνε τις κόρες τους,  τις μανάδες τους,  τις γυναίκες τους,  τους απανταχού και τα πάντα πληρών αργοναύτες.
    Χίλια εννιακόσια εβδομήντα οκτώ... σωτήριο έτος της Coca Cola.
    Καλοκαιράκι,  mundial,  πόλη... Ροζάριο,  Popay λιμανίσιο μπάρ με ladies dancing all night. Πληρωμένα χαμόγελα, φιλιά, χάδια, μαχαιρώματα. Consomation μωρό μου στην απελπισία μιας φτώχειας που κυνηγημένη χώθηκε στην πλούσια αγκαλιά πεινασμένων για περιπέτειες αρσενικών.
    Νταβάδες με ασημένιους σουγιάδες που χαμογελάνε με κρύα μάτια και μετράνε τα κοκάλινα δαχτυλίδια των κοριτσιών.
    Τα κορίτσια ονειρεύονται να πλουτίσουν κάποτε αν δε τα βρούνε πρώτα οι ρυτίδες ή μέσα σε κανένα χαντάκι. Τα κορίτσια κάναν τα πάντα για να κερνάς,  ήταν καλά τα κορίτσια. Η πεταλούδα που είχα στην αγκαλιά μου... δεν την έπαιρνε κανείς. Γιατί,  εκτός που είχε "τα ρούχα της" είχε κάνει και φυλακή λένε. Έσφαξε τον τελευταίο νταβατζή εραστή της. Της είχε τάξει βλέπεις την μεγάλη απόδραση και την παράτησε μ` ένα μωρό στην αγκαλιά.
    Χαράματα βρέθηκα σουρωμένος σ' ένα ταξί να με πάει στη λάντζα κι από κει στο καράβι που περίμενε υπομονετικά για τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
    Συνεπιβάτες μου... είχα έναν παπά,  έναν μπάτσο,  ένα στρατηγό,  ένα δεκανέα,  έναν εφοριακό,  ένα δικαστή,  μια γραφειοκράτισσα,  μια ρουφιάνα καλόγρια,  δύο τραβεστί πολιτικούς,  δύο χριστούς εσταυρωμένους καθολικά κι ορθόδοξα,  έναν κομμουνιστή με φερετζέ τον αγκυλωτό σταυρό μια θλίψη και μια πουτάνα μοναξιά αβάσταχτη.
    Κι ο μαλάκας ο ταξιτζής βρήκε να ληστέψει εμένα. Πετώντας με σαν το σκυλί στην ερημιά του κόσμου.
    Και να φανταστείς πως ήμουν μόλις δεκάξι χρονών. επιστροφή
 
Loading...