Ο Ίσκιος του Ήλιου - 1979


Η πρώτη συλλογή του Γ.Τσίγκου

"Πίσω από τον ήλιο γεννήθηκε ο ίσκιος της σκέψης μου, ξέμακρα από τη σάρκα"

Oι ήρωες πού έβαψαν τον ούρανο και τηv γη μόνο με αίμα.

Κόντευε να χαράξη, τα σκυλιά ούρλιαζαν από αρκετή ώρα. Έτσι καταλάβαινα πως τούτο το φώς που περνούσε από τήν χαραμάδα του τοίχου ήτανε νιόφερτο και τραβολογούσε μαζί του την καινούργια μέρα στους άνθρώπους.
Ήμουν κολλημένη στον υγρό τοίχο και φοβισμένη προσπαθούσα να αισθανθώ την υγρασία του.
Στην μέση του δωμάτιου υπήρχε μια μεγάλη άσπρη κολώνα. Μερικές φορές νόμιζα ότι θά έπεφτε πάνω μου και θα μου τσάκιζε τα κόκκαλα.
Κάνει πολύ κρύο έτσι που τά χείλια μου ανεβοκατεβαίνουν με μισοπνιγμένες άνάσες.
Πίσω από την πόρτα ξανάρχιζε να ακούγεται ο γνώριμος ρυθμός από τις μπότες του σκοπού.
Σκούπησα στο πρόσωπο μου κάτι ξεραμένα αίματα με το σκισμένο φορέμά μου βάνοντάς το στα λιθάρια νά γίνει υγρό.
Για μια στιγμή στάθηκα και ήρθαν στα αυτιά μου θόρυβοι από πατημασιές που ολοένα δυνάμωναν έξω στον διάδρομο.
Ο σκοπός έξω από την πόρτα έπαψε νά γυροφέρνει. Αργότερα άνοιξε η πόρτα του διπλανού κελλιού και συνέχισαν οι μπότες να κροταλίζουν στον ίδιο ρυθμό πάνω στο πλακόστρωτο.
Κόλλησα το αυτί μου στον τοίχο. Δεν άργησα να καταλάβω. Αυστηρές φωνές και υστερότερα κραυγές πόνου που σπάραζαν στον αέρα για να ζυγώσουν στο αυτί μου.
Ακούστηκε κάμποσες φορές ένας βούρδουλας να κτυπά πάνω σε ανθρώπινα σώματα.
Κύματα θανάτου φώλιαζαν στις βάσεις του τοίχου. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάση. Δέν ξέρω αν ήταν για κείνον τον δύστυχο ή γιατί ο φόβος άπλωνε το χέρι του πάνω μου.
Τα βήματα συνέχισαν προς το κελλί μου. Θα ήθελα να βάλω τις φωνές μα μια φωνή μέσα μου έθαβε την δική μου. Τά χείλη μου βάλθηκαν σε ένα παράξενο τρέμουλο και το πρόσωπο μου πάγωσε. Η αναπνοή  μου βάρηνε και χώθηκε στα σπλάχνα τρομαγμένη σαν το πρωτόβγαλτο κλωσσοπούλι.
Ένα κλειδί χώθηκε μονομιάς στην κλειδαρότρυπα της σιδερένιας πόρτας. "Αν αρχίσουν πάλι τα ίδια Θεέ μου, θα πεθάνω,δεν αντέχω άλλο πια..." συλλογίστηκα στην λίγη ώρα που μου απόμενε μέχρι να ακούσω τα πρώτα τριξίματα της πόρτας.
Tο βάρος στο στήθος μεγάλωσε. Πήρα δύναμη και σύρθηκα στο ύψος της κολώνας. Την αγκάλιασα παθιασμένα και προσπάθησα να στηθώ στα πόδια δεν πρέπει να με δούνε σ'αυτά τα χάλια. Πρέπει να φανώ δυνατή.
Ξαφνικά ένα ανθρώπινο σώμα κατρακύλησε σαν τσουβάλι στα πόδια μου. Ύστερα ήρθαν κάμποσοι γεροδεμένοι άντρες μέσα με γένια μιας βδομάδας στα άγρια μούτρα τους.
Τα λαίμαργα μάτια τους καρφώθηκαν και άρχισαν να ξεσκεπάζουν τα γυμνά μέρη του κορμιού μου. Tο ένοιωσα καθώς οι δρασκελιές των ματιών έμοιαζαν με κείνες που η ύαινα ρίχνει στο θύμα της.
Τα θολά μάτια μου μαγνητίστηκαν στο βλέμμα κάποιου που χθες θέλησε να αρπάξη κάτι πολύτιμο από πάνω μου.
Προσπάθησα να ξεχωρίσω, κοιτάζοντας στο βαθύ σκοτάδι που κρυβόταν το βλέμμα του, την σκέψη του. Tο μόνο που διακρινόταν είτανε κάτι βαθιές χαραματιές στο πρόσωπο του από κάποια μάχη. Tοv ενοχλούσαν φοβερά και με κοιτούσε καθαρά πια με μίσος. Δεν άργησε να εκδηλωθή καθώς ο βούρδουλας ξέσπασε σαν κεραυνός στην ησυχία. Αυλάκωσε τον αέρα και γαντζώθηκε στην σάρκα. Ούτε ένας βόγγος. Δάγκωσα τα χείλη μέχρι να ματώσουν και έπνιξα τον πόνο φέρνοντάς τον σε αντιπερισπασμό. 'Ηθελα να φανώ δυνατή. Στον μολυσμένο αέρα, ακουγότανε ακόμα το σφύριγμα από το πέρασμα του βούρδουλα. Ύστερα ησυχία καθώς η άγρια φύση πλαταίνει την γαλήνη της για να ακουστεί η βροντή.
Η πόρτα έκλεισε με κρότο και ένα τρέμουλο βουερό ξεχύθηκε στο κελλί προσπαθώντας να διαλύση την σιωπή. Κάποτε σταμάτησε. Κοίταξα το σώμα που ήταν μπρούμητα στο γιομάτο υγρασία πάτωμα έτσι που θαρρεiς ότι ήθελε να το φιλήση. Τα ξερά χείλη και η ματωμένη σάρκα ούρλιαζαν στην ησυχία του κελλιού σαν να ζητούσαν να τιμωρήσουν κάποιον.
Σύρθηκα κοντά του. Με μουδιασμένη δύναμη το στήριξα στην κολώνα. Τά κατάξανθα μαλλιά του με κάμποσες κηλίδες αίμα του έδιναν μια ξεχωριστή ομορφιά. Ένα αγόρι με απλά ρούχα, που στο διάβα κάποιου βούρδουλα κομματιάστηκαν μαζί με την σάρκα.
Το κορμί του ήταν υγρό, γιομάτο χαρακιές. Έκοψα ένα κομμάτι από το φόρεμά μου, το' βρεξα στην υγρασία του τοίχου και του έπλυνα τις πληγές. Βαριανάσαινε. Προσπάθησα να σταθώ όρθια, μα λύγισα καταγής. Για μια στιγμή ένοιωσα να σμίγη το σώμα μου με το δικό του. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Φτερούγισαν όμως και προσπάθησαν να λευτερωθούν από τους γιγάντιους τοίχους. Έμεινα αναίσθητη ως το βράδυ. Το γλυκόφως του φεγγαριού απλώθηκε με πόθο πάνω στο λεύτερο ανυπεράσπιστο κορμί μου και το φωτογράφησε σαν σκιά στην αντικρυνή γωνιά. Εκεί στεκόταν ένας ψηλός Θεός που με κοίταζε με τρυφερότητα και συμπόνοια, με κείνα τα γαλανά μάτια του.
Ο φόβος κυριάρχησε μέσα μου. Γιομάτη τρόμο κόλλησα στον τοίχο. Με τόνα χέρι ακουμπούσα σε κάποια προεξοχή, και με το άλλο προσπαθούσα να κρύψω την γύμνια μου. Και όμως το βλέμμα τούτου του ανθρώπου με έκανε να γυμνώνομαι πιότερο. Το λείο σώμα του με τις τραχές αυλακιές έμοιαζε με παλαιστού μετά τον αγώνα. Τα δυο γεροδεμένα χέρια του απλώθηκαν διστακτικά πάνω μου και άγγιξαν τον φόβο μου. Το ρίγος που είχα μέσα μου διαπέρασε το σώμα και από τα πόδια διαλύθηκε στο χώμα. Το ένοιωσε και κείνος. Μου έδωσε το πανωφόρι του και με έκανε να γαληνέψω. Τα χείλη έμεναν βουβά. Κάτι ήθελα να πω μα, ένας κόμπος στον λαιμό έπνιγε τα λόγια μου.
Θα ήθελα να τον ρωτήσω τόσα πράγματα, όπως τι εποχή έχουμε, τι κάνη ο έξω κόσμος; πως τον λένε; γιατί είναι δω; γιατί εlμαι γω; Καμμιά απάντηση. Έδεσα το πανωφόρι του με το φόρεμά μου, έτσι που να φαινόταν στο φως, που διαπερνούσε την χαραμάδα του τοίχου, η καλλίγραμμη σιλουέτα του στήθου μου. Τον πλησίασα. Κοιτούσε από το μικρό παραθύρι, στα ψηλά του κελλιού, την σκλαβωμένη Αθήνα. Σιγοτραγουδούσε για την λευτεριά. Σαν να κατάλαβε το ερωτηματικό ύφος μου και μου τα εiπε όλα. Εγώ, τον πίστεψα. Τον πίστεψα γιατί τα έλεγε με πάθος, με θάρρος και ελπίδα για την πικρή σκλαβιά. Τον πίστεψα γιατί μου έλειπαν όλα τούτα.  Moυ μίλησε για την λευτεριά, για τον αδελφό του, την μάνα του.
Τον έπιασαν γιατί ήθελε να είναι λεύτερος και θα τον σκότωναν ακόμα γι' αυτό. Μια φλόγα γιγάντωνε και φούντωνε μέσα του που σκόρπισε για να μείνη συντροφικιά, άσβηστη στην παγωνιά του κελλιού σαν μήνυμα αισιοδοξίας. Δεν ήξερα τι ήτανε όλα τούτα μά, τώρα κατάλαβα και μου αρκούσε.
Toυ μίλησα για τον πατέρα μου. Ένας παράλυτος με την μισή ζωή του ταγμένη στον χάροντα μα, την άλλη την θυσίασε για τη λευτεριά του. Λευτερώθηκε καθώς του έκαναν σε τούτη την κολώνα θρύψαλα το κεφάλι.
Και γιόμισε αiμα που σιγοτραγουδούσε στις φλέβες. Δεν ακουγόταν πια μα αρκούσαν τα χείλη του νεκρού πατέρα που ανοιγόκλειναν ακόμα. 'Εγώ μπροστά σε όλα τούτα δεν έκανα απολύτως τίποτα. Δεν είχα τη δύναμη, το θάρρος και σαν δειλή κούρνιασα μοιράζοντας υποσχέσεις και όρκους με λόγια για εκδίκηση. Μα όσο και παράξενος να ήτανε ο λόγος αυτός, για αυτόν και μόνο ζούσα.
Ίσως ταίριαζε πια με του αγοριού. Πλαγιασμένοι στην κολώνα μας βρήκε η χαραυγή. Ξύπνησα από τα ουρλιαχτά τών σκυλιών. Μια μυρωδιά έβγαινε από το έδαφος. Σου έκοβε την αναπνοή. Δεν άργησα να καταλάβω. Ανθρώπινα πτώματα θαμμένα κάτω από τα πόδια μου για πάντα να λιπαίνουν το χώμα. Ένοιωσα αηδία και φρίκη.
Άκουσα πάλι το κροτάλισμα στο πλακόστρωτο. Κάθε πρωινό οι αρβύλες που κτυπούνε με τον ίδιο ατάραχο ρυθμό. Ύστερα τσ βήματα γίνονται πιο πολλά. Γοργά ακούγονται αυστηρές φωνές και ύστερα ο βούρδουλας σκληρός, αδυσώπητος να στριγ- γλίζη. Σε λίγο πλησιάζουν εδώ. Πρέπει να φανώ γενναία. Με πιάνει τρόμος. Ξεχνώ τους όρκους και τις υποσχέσεις στον πατέρα μου. Αφήνω το φόβο να με σφίξη στην αγκαλιά του. Σα να ήθελα να του ξεφύγω φώναξα έξαλλα.
- Μη φτάνει, έλεος, έλεος, δεν αντέχω πια. Και σωριάστηκα στην πόρτα.
- Τρελλάθηκες; μου φώναξε ο σύντροφος μου. Προσπάθησε να φανής δυνατή.
Ησύχασα μέσα στους λιγμούς μου μα περίμενα τα πρώτα τριξίματα στην πόρτα.
Συγχρόνως ακούστηκαν από μακριά πυροβολισμοί και φωνές να σπαράζουν στον αέρα σαν να πολεμούν σε μια άνιση μάχη με τον Θεό.
"ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΛΑΕ". Στιγμές, στιγμές χανόταν μέσα στις ρόδες των τανκς μα δεν αργούσε να γιγαντώση πάλι. Σκαρφάλωσε στο παραθύρι και τα χείλη του τρεμόπαιζαν και τραγουδούσαν. Μου είπε τι ξεχώριζε ανάμεσα στις φλόγες και τους καπνούς. Βάδιζαν μπροστά λεβέντες παλληκάρια με το γαρούφαλλο και το τουφέκι στα χέρια με μια λέξη μοναχά λευτεριά για να νοιώσης αυτούς που έβαψαν την γη και τον ουρανό με αίμα.
Ακούστηκε στην κλειδαρότρυπα το κλειδί και μπήκαν με τον βούρδουλα γιομάτον στο αiμα. Τότε τον είδα να ξεχύνεται καταπάνω τους σα λεύτερος φρέσκος αέρας πού δρόσισε το κορμί μου. Πριν τους φτάση το όπλο ξέρασε φωτιά και κείνος σωριάστηκε με τα άλλα πτώματα.
Τότε μου είπε με ακόμη άσβηστη την φλόγα.
- Λευτερωθήκαμε, ακούς, λευτερωθήκαμε.
Και ξεψύχησε.

 
Loading...