Φώναζαν τα Όνειρα - 1980


Φώναζαν όλα τα αλυσοδεμένα των ανθρώπων

Ανεμοσφύρημα παγωνιάς

Αγριεύει τ`αγέρι , λοξοπετά στις φυλλοσιές των δέντρων και γιομίζουν οι ακροθαλασσιές διάφανες πυρκαγιές που χαράζουν δρόμους στα σπλάχνα του κόσμου.
Αφουγκράσου το μύνημα αδέλφι μου.
Βότσαλα αραδιασμένα τα σπίτια. Ξέφρενα, δαρμένα δάση και η ψυχή σου να σφυρά τραγούδια για παγωνιές , ξέφραγκες καρδιές και μονοπάτια ευτυχίας.
Όλα τούτα μπερδεμένα σ` ένα λιποτάκτη μήνα του φθινοπωριού που γαντζώθηκε στον χρόνο.
Έφερε το δάκρυ κι είναι καλοκαίρι.
Σφίγγεις τα μπράτσα και ξεκινάς με χαραγμένη την μοναξιά κάτω από τις κόρες των ματιών που στροβιλίζονται σαν δυό κορμιά παραδομένα στον έρωτα.
Σε πρόδωσε; Τούτο είναι; Πες μου.
Τι σκιάζεσαι , το καράβι κίνησε. Ελπίζεις όσο θωρείς τ`άσπρο του πανί ν`αρμενίζει διάφανο στον ήλιο. Παρακάτω ροδίζει με νιόπλαστα τα σημάδια της αλλαξοπιστίας, πατηκωμένα πάνω στα δικά σου αχνάρια , της αγάπης σου.
Μα την πίστη μου τα βλέπω, δεν μπόρεσε να τα σβήσει. Αίμα της καρδιάς μου , η πένα μου , σένα αγνάντεψε. Κλαίς; Σώπα.
Ακου το λιοπύρι διαπέρασε το χρώμα της θάλασσας και βάθυνε στα σπλάχνα της. Σκούπα τα δάκρυα. Κάποιος σκάλισε την άμμο που γράψαμε τ`όνομά της.
Βούτηξε στη θάλασσα και ξάπλωσε στα βότσαλα.
Γαλήνεψε.
Πάμε κοντά του. Δυο ονόματα χαραγμένα βιαστικά. Το `να είναι δικό σου. Δε σαλεύει διόλου. Έπαψε να αναπνέει. Είναι νεκρός.
Η χούφτα του έχει δύο πετράδια , του τα έδωσε η θάλασσα. Το `να γράφει τ`όνομά σου.
Δυο δάκρυα στα μάγουλα.
Αδέλφι μου το `να είναι δικό μας.

 
Loading...