Στίχοι

  • Στων Ονείρων τη Βεράντα

    Δευτέρα στις καρδιές μας λιώνουν παγωμένοι δυναμίτες
    Τρίτη ανάβουμε φυτίλια μαδώντας βλέφαρα από τερμίτες
    Τετάρτη θυσίες προσφέρουμε σε αρχάγγελους αγύρτες
    Πέμπτη τις ψυχές μας πουλάμε ερμαφρόδιτοι προφήτες
    Παρασκευή τραγοπόδαροι άγιοι επικαλούνται θεία δίκη
    Διψασμένοι ουρλιάζουν στις οδικές αρτηρίες μας οι λύκοι
    Σαββάτο festival καρναβαλιού κι o κόσμος μας ανήκει
    μονομάχοι θεατές αιμοδιψείς απαιτώντας νίκη.
     
    Μα της Κυριακής τα βασιλέματα
    σαν χάρτινα καράβια μου βουλιάζουν
    σαν μια αγάπη αταξίδευτη λιμνάζουν
    ψιθυρίζοντας "θα σ΄ αγαπάω για πάντα"
    αγναντεύοντας το κόσμο
    απ΄ των ονείρων τη βεράντα.

    επιστροφή
  • Ρωτάς

    Ρωτάς τι κάνει τον ταχυδαχτυλουργό
    Να αποφεύγει μια αθώα παιδική ματιά
    Το γέρο αναβάτη σε στοίχημα ιπποδρομιακό
    Να αποφεύγει πτώση στης ζωής το μακελειό

    Ρωτάς τι κάνει έναν πρωτοπυγμάχο
    Να αποφεύγει μια αστραπιαία γροθιά
    Τον στυλοβάτη βιοπαλαιστή μισθωτό
    Να αποφεύγει στον καιάδα τη μεγάλη βουτιά.

    Πέτα απ΄ τη ζωή σου ότι κόλαση την έχει κάνει
    Γιατί η ζωή είναι μικρή, μεγάλε, θα μείνεις χαρμάνι
    Γιατί ο γέρο διάβολος, να ξέρεις καλά, να ξέρεις καλά
    Όσους ρωτάνε πολλά, όσους ρωτάνε πολλά
    Τους κρατά για πάντα στο λιμάνι.

    Ρωτάς τι κάνει ένα ζαρκάδι στιβαρό
    Να αποφεύγει του πάνθηρα τα δόντια στο λαιμό
    Έναν μισθοφόρο, μια ρουφιάνα, ένα αφεντικό
    Να αποφεύγουν σφαίρα, κρεμάλα, εγκεφαλικό.

    Ρωτάς τι κάνει έναν αστροναύτη χιμπατζή
    Να αποφεύγει έρωτα στα άστρα να  oρκιστεί
    Ένα junky να φτιάχνει collage σε τσίρκου ταβάνι
    Να αποφεύγει στιλέτα στο τροχοδρεπάνι.

    επιστροφή
  • Βόμβα

    Όλα είναι γαλήνια
    Ο ήλιος ξυπνάει, το ξυπνητήρι χτυπάει
    Η ζωή μας αρχίζει να κυλάει
    Έξω στο δρόμο προστατευμένοι απ’ το νόμο
    Με την τσάντα στο χέρι από το πρωί ως το μεσημέρι
    Πάνω στα πεζοδρόμια κοιμούνται κάποιοι
    Που φροντίζει η πρόνοια να μην είμαστε εμείς
    και κάποιοι άλλοι
    Που σηκώνουν κεφάλι για να κοιτάξουν τον ήλιο
    Που είναι εκεί που πρέπει, την ώρα που πρέπει
    Να μας φωτίζει όπως πρέπει
    Μέχρι να σκάσει η βόμβα


    Όλα είναι ήρεμα
    Το ρεύμα κυλάει μέσα στα καλώδια της ζωής μας
    Τα εφόδια φτάνουν για άλλη μια ζωή
    Για να γραφτεί κι άλλη μια μέρα στα αρχεία
    Να περάσει απ’ τις κεραίες του δικτύου
    Για να φτάσει ασφαλής στην άλλη μεριά
    Που είναι ήπια - γαλήνια κι ακούει ότι πρέπει
    Παίζει όταν πρέπει, έχει το χρώμα που πρέπει.
    Μέχρι να σκάσει η βόμβα.

    επιστροφή
  • Τι σε Βασανίζει

    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;
    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;

    Εκεί κάτω στα αγριολούλουδα
    Στο ηλιοτρόπιο λιβάδι με τα χόρτα
    Το κορίτσι μου πίνει κι ονειρεύεται
    Στου μανιταριού την ουράνια πόρτα.
    Κάτω από τις ζαχαρωτές, μαργαρίτες
    Κεντάει σοκολατένια φιλιά
    Τρυγάει πανσέληνες πεταλούδες
    Να μεθά των εραστών της τα κορμιά.

    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;
    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;

    Στη σιγαλιά της συντροφικιάς νύχτας
    Ανάβουν ζηλόφθονες πυγολαμπίδες
    Το αγριόμελο κορμί της χαϊδεύουν λάγνα
    Οι φεγγαρόαστρες ελπίδες
    Με μαγικά φυλαχτά τη στολίζουν
    Αρώματα ανεξίτηλης λησμονιάς
    Τα δώρα μου σαν σκουπίδια πετάνε
    Τα χειλόγλυπτα της άγριας κερασιάς.

    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;
    Ει φίλε του λέω τι έχεις στο κεφάλι σου τι σε βασανίζει;

    Έχω αγοράσει αυτό το όπλο λέει κλαίγοντας και φοβάμαι
    Έχω αγοράσει αυτό το όπλο λέει κλαίγοντας και φοβάμαι
    Φοβάμαι πως θέλω να σκοτώσω το κορίτσι μου φοβάμαι
    Φοβάμαι πως θέλω να σκοτώσω το κορίτσι μου φοβάμαι
    Και μετά να σκοτωθώ.

    επιστροφή
  • Το Κατώφλι

    Κάποια ζούσε μέσα σ΄ ένα κινέζικο βάζο
    κι ήταν διάσημη γι αυτό στοίχημα βάζω
    βασίλισσα της όπερας και του χορού
    μεταξένια ομορφιά φωνή αηδονιού
    κι όλοι την υμνούσαν κυρία της ευτυχίας
    πριν κατέβει το κατώφλι της απελπισίας

    κι ένας άλλος μέσα σε κοχύλι του ωκεανού
    έγραφε ποιήματα για νεράιδες του φεγγαριού
    της αστροφαντασίας τα πέλαγα αρμένιζε
    και το χρυσάφι και η δόξα μόνο τον ερέθιζε
    κι όλοι τον υμνούσαν σαν κύριο της ευτυχίας
    πριν κατέβει το κατώφλι της απελπισίας.

    Μια άλλη που είχε οίκο ανοχής
    απ΄ τα εννιά της στα βάθη της ανατολής
    κι ότι έπιανε γινόταν ασήμι και χρυσό
    ήτανε διάσημη για τον αιώνιο οργασμό.
    κι όλοι την υμνούσαν κυρία της ευτυχίας
    πριν κατέβει το κατώφλι της απελπισίας

    Κι είναι τώρα όλοι τους φίλοι μου καρδιακοί
    να τριγυρνάνε για πάντα εκεί χωρίς ψυχή
    εκεί μύθος κι αλήθεια ερωτευθήκαν τη ζωή
    κρεμάσανε τα όνειρά τους σε μια κλωστή
    κι αν λέτε πως είναι γεννήματα άρρωστης φαντασίας
    να ΄χετε το νου σας πριν κατέβετε
    το κατώφλι της απελπισίας.

    επιστροφή
  • Φωνάζω Εσένα

    Όταν οι Κέρβεροι τις Σκύλες Χάριβδες βιάζουν
    γεννάνε παιδικούς εφιάλτες στο πάπλωμά μου
    ιδρωμένο με ξυπνούν και αιχμάλωτο με αναγκάζουν
    ικετεύοντας να φωνάζω εσένα, εσένα ναι κοντά μου.

    Όταν ηλεκτροφόρα αισθήματα ψέματα μου αραδιάζουν
    δολοφόνοι παλιάτσοι κομματιάζουν τα σωθικά μου
    ιδρωμένο με ξυπνούν και αιχμάλωτο με αναγκάζουν
    ικετεύοντας να φωνάζω εσένα, εσένα ναι κοντά μου.

    Κι όταν σε δω να έρχεσαι ολάνθιστη κόρη της Αυγής
    μαργαριταρένιο φεγγάρι της γλυκιάς Ανατολή
    σαν σκύλα ζητιάνα σε κλωτσώ και σ΄ απαρνιέμαι
    μ΄ απειλές σε βρίζω, σαν στρίγγλα ζωή σε καταριέμαι.
    Μα κι όταν σε δω να φεύγεις όλα μέσα μου αλλάζουν
    δροσοσταλιές δάκρια με συντροφεύουν ερωτά μου
    και ιδρωμένο με ξυπνούν και αιχμάλωτο με αναγκάζουν
    ικετεύοντας να φωνάζω εσένα ναι, εσένα ναι κοντά μου.

    Όταν ορκισμένες αγάπες μπρος στο θάνατο δειλιάζουν
    καλικάντζαροι αλχημιστές πριονίζουν τη χαρά μου
    ιδρωμένο με ξυπνούν και αιχμάλωτο με αναγκάζουν
    ικετεύοντας να φωνάζω εσένα, εσένα ναι κοντά μου.
    επιστροφή
  • Ερωτευμένα Παιδιά

    Μου λες πως είναι άσχημος ο κόσμος
    Έτσι που μας τη φτιάξαν τη ζωή
    Φαντάσου λοιπόν να μυρίζουν ο βασιλικός κι ο δυόσμος
    Το χώμα στις αυλές μετά από βροχή.

    Φαντάσου στις πόλεις γυμνά ερωτευμένα παιδιά
    Να διαδηλώνουν κάνοντας έρωτα στους δρόμους
    Να ζωγραφίζουν τους γκρίζους τοίχους με φιλιά
    Αψηφώντας δικαστές, χρηματιστές και αστυνόμους.

    Γιατί είναι όμορφος ο έρωτας μωρό μου
    Γιατί μπορείς και γελάς ακόμα μικρό μου
    Γιατί είναι όμορφος ο έρωτας μωρό μου
    Σα τη πιο όμορφη μέρα που ανθίζει μωρό μου.

    Μου λες δεν είναι εποχή για ονειροπόλους
    Τώρα μοιάζει η πόλη με χρυσό κλουβί
    Φαντάσου σε αυλές παιδιά να παίζουν βόλους
    Να γινόταν ζεστή φωλιά για άστεγους η φυλακή.

    Φαντάσου γυμνούς αγγέλους με απλωμένα φτερά
    Να διαδηλώνουν κάνοντας έρωτα στους δρόμους
    Να ζωγραφίζουν τα γκρίζα σύννεφα με χρώματα ιριδικά
    Αψηφώντας δικαστές, χρηματιστές και αστυνόμους.

    Φαντάσου χίλια ψεύτικα όνειρα
    δεν γεννάνε μια Αλήθεια μωρό μου.
    επιστροφή
  • Ξύπνα - Γύρνα

    Πρώτα βήματα, σαράντα κύματα
    Ισορροπείς δίχως χέρια, ποδήλατο στ΄ αστέρια.
    Παιδικά χρόνια αλάνες, της χούντας οι κάνες
    Της δημοκρατίας οι στάνες, μ΄ όνειρα
    Πουτάνες.
    Μ΄ ένα πατίνι, αναλαμβάνεις ευθύνη
    Εφηβεία ΤΝΤ κηροζίνη σχολεία ναφθαλίνη
    Ψυχαναλυτές κτήνη , της παιδεραστίας ειρήνη
    Πολέμα σε ποτίζουν
    Μπατσοτηλεστριχνίνη.

    Και τώρα η βόλεψη έρχεται σιγά – σιγά
    Σαν έρπις σου τρώει τα σωθικά
    Ξέχασες, σ΄ έχουν ξεχάσει κι είναι αργά
    Ξυπνάς στον εφιάλτη σου μπροστά
    Γύρνα στα όνειρα τα παιδικά
    Ξύπνα ποτέ δεν είναι αργά.

    Σαν πλαστική μπάλα, κλωτσιά στ΄ αρχίδια ντάλα.
    Σαν κερκίδας κρεμάλα, φορμόλης μυαλά σε γυάλα.
    Τζόγου κομματόσκυλα, στη ψηφοθηρία πουλημένα
    Σκλαβοπάζαρα ελπίδας στην αλλαξοκωλιά
    Προσκυνημένα.
    Πρώτο τσιγάρο μαύρο, αδρεναλίνη διώχνεις χάρο.
    Στην άμμο θα σε πάρω, παραλίας κόντρα φρικάρω.
    Ζωή σε γουστάρω γι αυτό κάθε νύχτα σαλπάρω.
    Μετανάστης αγάπης σαλτάρω, γυμνός σε ξυράφι
    Φρενάρω.
    επιστροφή
  • Κοιτάω

    Πίσω από γρίλιες ερωτευμένα παιδιά σε αμμουδιές
    κοιτάω σου λέω κοιτάω
    διάφανες μορφές χίλιες πριν γίνουν θαμπές σκιές.

    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    Μια ζωή άφθονη από φως απολαύσεις αισθητικές
    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    μα εγώ στο σκοτάδι ζητώ χαρές ηλεκτρικές.

    Τυφλό κορίτσι η αγάπη
    κι εγώ το οδηγάω
    γεμίζει το ποτήρι μου
    όταν από έρωτα διψάω
    μου δίνει αγκαλιά να κλάψω σα μεθάω
    στο κρεβάτι με πάει τους εραστές της να κοιτάω.

    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    με ρωτά η σιωπή κι εγώ απαντάω
    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    Δως μου κάτι να πιαστώ κι ας πονά
    εγώ θα τ΄ αγαπάω.

    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    αγγέλους σε σπλάχνα μπουκαλιών να φτερουγίζουν
    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    σε ξύλινα όνειρα που εφιάλτες τα ροκανίζουν

    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    ανεμοστρόβιλους χρωμάτων που ανθίζουν
    Κοιτάω σου λέω κοιτάω
    Φυλακισμένος σε θερμοκήπια καρδιές που σαπίζουν.
    επιστροφή
  • Άστεγα Πουλιά

    Να ΄μουν λέει αστέρι μέσα στ΄ ουρανού τ΄ αστέρια
    να ταξίδευα με μηχανή του χρόνου σε πειρατών λημέρια
    τους χειμώνες να ζέσταινα μια φάτνη στης Βηθλεέμ τα μέρη
    τα καλοκαίρια να ρωτάω τη σελήνη αν μ΄ αγαπάει ποιος ξέρει
    κι όταν πέφτω τα παιδιά να εύχονται η αγάπη να φέρει.

    Να ΄μουν λέει αέρας γλυκός της άνοιξης αέρας
    να ντυνόμουν το ηλιοβασίλεμα της κάθε μέρας
    με χίλια αρώματα χάδια ανάσες και φιλιά
    να ΄μπαινα στο στήθος σου σαν του τσιγάρου τη φωτιά
    που άναψαν παιδιά να ζεστάνουν τ΄ άστεγα πουλιά.

    Να ΄μουν λέει ωκεανός διάφανος κρυστάλλινος φωτεινός
    από καράβια φωτισμένα που τ΄ αγκαλιάζει ο βυθός
    ο Οδυσσέας τη μάγισσα Κίρκη εφιάλτες να κερνά
    για να ξεχάσουν το δρόμο για της πατρίδας τη καρδιά
    κι εγώ να ζω στα παραμύθια να μ΄ αγαπάνε τα παιδιά.

    Να ΄μουν λέει δένδρο ένα μεγάλο δένδρο
    κι οι ρίζες μου να έφταναν στης γης το κέντρο, το κέντρο
    ν΄ απλώνω μέσα στο δάσος, στο δάσος τα κλαδιά μου
    να φωλιάζουν του κόσμου οι ζωές, οι ζωές στα σωθικά μου
    στα σωθικά μου σαν να ΄τανε παιδιά μου.
    επιστροφή
  • Τρέχα Φίλε, Πέτα

    Ει τι διάβολο τρέχει εδώ πέρα
    ένα δάκρυ από τα μάτια σου κυλά
    μια πτήση θανάτου πάλι αρχινά
    εδώ ένα σφάλμα κοστίζει ακριβά
    εδώ είναι η ώρα να του δίνεις
    το θειάφι αγκαλιάζει κορμιά
    παρανάλωμα αν δεν θέλεις να γίνεις
    τρέχα φίλε πέτα γιατί η αγάπη ζητάει πολλά.

    Τρέχα φίλε πέτα γιατί η αγάπη ζητάει πολλά
    χίλιες φορές σε σκοτώνει και σε γεννάει ξανά
    Τρέχα φίλε πέτα γιατί η αγάπη ζητάει πολλά
    αν δεν μπορείς να αγαπήσεις ότι σε πλήγωσε σκληρά

    Ει τι διάβολο τρέχει εδώ πέρα
    ένα δάκρυ από τα μάτια σου κυλά
    μια πτήση θανάτου πάλι αρχινά
    φουλάρει ερωτόσκονη πυρίτιδας φιλιά.
    Εδώ είναι η ώρα να του δίνεις
    όταν τσιγάρο ανάβει η μοναξιά
    κι εσύ στην καρδιά σου το σβήνεις
    τρέχα φίλε πέτα γιατί η αγάπη ζητάει πολλά.

    Τελειώνουν τα καύσιμα κομμένα τα φτερά
    τρίζουν τζάμια, σίδερα, παίρνουν φωτιά
    ο πύργος ελέγχου τρελάθηκε δεν απαντά
    κολασμένοι έρωτες παγώνουν κορμιά
    πάψε να κλαις και να φοβάσαι
    μάθε πολεμιστής ονείρου να ΄σαι.

    επιστροφή
  • Τηλεθνοπορνοστάρ (Κι έγινε η ζωή)

    Η ζωή έγινε μια γυναίκα που άδειασε
    Μια κοντόκανη καραμπίνα στο κώλο των βιαστών της

    Έγινε η ζωή το έφηβο σταριλίκι μιας πορνοταινίας επιβίωσης
    με πρωταγωνιστές ανήλικα προσοδοφόρα πλαδαρά
    παιδιά μιας τηλεκανίβαλης κοινωνίας
    προσκυνημένα σε ποπ σκυλοείδωλα
    που πασχίζουν να μοιάσουν στα πρότυπά τους
    οι πρωταγωνιστές εκστασιασμένοι παραληρώντας επί σκηνής
    υπόσχονται παράδεισους οργασμικής ηδονής
    σε ανέραστες προεφηβικές πλαστικές κούκλες βιτρίνας
    Άψυχες γεμάτες ακμή και make up ηδονίζονται
    από την ηχητική διέγερση χιλιάδων ντεσιμπέλ
    αφομοιώνουν οράματα κι ιδανικά με ημερομηνία λήξης
    ακούγονταστα σαγηνευτικά απ’ τα χείλη του υπέρτατου πρίγκιπα εραστή τους
    «είμαι το όνειρό σου» «μπορείς να μ’ έχεις γκόμενο, αγόρασέ με»
    «μπορείς κι εσύ να με πηδήξεις αν πουλήσεις τη ψυχή σου»
    «είμαι η καλύτερη πρέζα στη μιζέρια σου»
    είσαι η πιο όμορφη barbie από δισεκατομμύρια άλλες»

    Κι έγινε η ζωή το μεγαλύτερο ψέμα.
    Δεν υπάρχει αστυνομική βία.
    Υπάρχουν μόνο αιμοδιψείς διαδηλωτές με κτηνώδη μανία
    με την ιλιγγιώδη ταχύτητα της απελπισίας
    τους κομματοασφαλίτες, τα χημικά δακρυγόνα, τις ασπίδες
    τα κράνη, τις κλούβες που επωάζονται
    τα αυγά των φιδιών της φασίζουσας έρπουσας κοινωνίας
    το προαιώνιο πολίτευμα εκλογοπλήσης εγκεφάλου
    τις σχολές της βιομηχανοποιημένης παραπαιδείας
    τα κρατικά εργοστάσια παραγωγής κόπροτρόμολαγνείας,  
    τις ιερές αγελάδες μεταλλαγμένου μητρικού γάλακτος
    Αλλά ευτυχώωωως υπάρχει θεός.
    Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης με πατρική στοργή μας προστατεύουν
    επαναλαμβάνοντας ακούραστα τα μηνύματα
    «Πρόσεχε φιλήσυχε πολίτη
    Αγαπημένο παιδί της κοινής γνώμης θα έρθουν να σου γαμίσουν τη μάννα
    θα βιάσουν κατ΄ επάλειψη τις κόρες, θα παλουκώσουν εσένα, τους γιους σου
    θα κάψουν το είναι σου, το πολυτελές αυτοκίνητό σου
    Αυτοί είναι πεινασμένοι, εμείς είμαστε η μόνη αλήθεια, να το θυμάσαι
    Αγαπημένε μας πολίτη της καναπεδάτης δημοκρατίας,
    του τηλεγκουαντάναμο,
    της τηλεγκίνιας
    της τηλεγκιλοτίνας
    του τηλεγκάλοπ
    του...του...τηλεγκόοοοοοολλλλλ!!!



    Κι έγινε η ζωή τρελή φαλτσέτα να χαϊδεύει το μυαλό μας.
    Ξεχνώντας να φορέσουμε τα φρεσκοπλυμένα
    ασημίζοντα ρόδινα όνειροφτερά μας
    εμείς, οι φωτογράφοι της ζωής,
    τυφλοί χορεύουμε ξυπόλητοι σε σπασμένα γυαλιά ζεϊμπέκικο
    πάνω στο κούφωμα του ανοιχτού παράθυρου.
    Γριές στρίγγλες εθνοπορνοστάρ χτυπούν ρυθμικά παλαμάκια
    κρεμασμένες σε τσιγκέλια νεκρόφιλου χρηματιστηρίου ηθικών αξιών.
    καθώς χιλιάδες mega pixel αναμνήσεων,
    ουρλιάζοντας υστερικά, μας παροτρύνουν .
    « πήδα - πήδα» «πήδα μαλάκα πήδα».
    Ξεχνώντας να φορέσουμε τα φρεσκοπλυμένα
    ασημίζοντα ρόδινα όνειροφτερά μας
    μέσα σε απαστράπτοντα flash σαλτάρουμε στο κενό χασκογελώντας.

    Ερωτευόμαστε πάντα για πρώτη φορά.
    Φτιάχνουμε αυτόνομες πολιτείες,
    Ατλαντίδες μοβ πορσελάνης
    με απολιθωμένα κοραλλένια δάση.
    Φορώντας για εφόδιο τα ανεξίτηλα χρώματα από ψυχές νιόγεννων αστεριών
    τα ζεστά χνώτα μας χαράσσουν άσπιλες καρδιές στην αύρα μας.
    Ρουφιάνοι ψυχο-ονειροκρίτες μας λιθοβολούν
    καθώς πετάμε πάνω απ΄ τη στέγη του κόσμου
    κραδαίνοντας τις φωσφορίζουσες κατακόκκινες καρδιές μας
    κάνοντας σούζες σε αφέγγαρους λεωφόρους
    κι ανάμεσά μας να περνούν νταλίκες
    κουβαλώντας ταξίδια που αρνήθηκαν να πάνε οι ευχές μας.
    Βάζουμε φωτιά στην άσφαλτο με την οπλισμένη καρδιά μας
    Ανατινάζουμε λυσσασμένα τα περιπολικά που μας κυνηγούν.
    Κι ύστερα το χάραμα μοιράζουμε το τελευταίο τσιγάρο
    μοιράζουμε το τελευταίο φιλί σαν να ΄ναι η πρώτη φορά
    δίπλα στις εξατμίσεις των ξαναμμένων μηχανών μας
    παγερά αδιάφοροι, με ωμή βία τεμαχίζουμε παιδικούς έρωτες
    ικετεύοντας για λίγη αγάπη ακόμα.

    Τότε είναι που η πόλη γίνεται πελώρια νυχτερίδα
    Αλυσοδεμένη με δεκάδες παραλιακά φώτα.
    Παίρνει στην αγκαλιά της
    όσα παιδιά σεργιανάνε πίνοντας σκέψεις αυτοχειρίας, αυτοδικίας
    νυσταγμένους οδηγούς, ξυράφια ζωές σε κόντρες ταχυτήτων
    πουτάνες που γλίτωσαν το θάνατο μέσα στο θάνατο
    ανάμεσα σε ασθενοφόρα που στριγκλίζουν.
    Σύριγγες  στραφταλίζουν στα έρημα πάρκα
    καπνίζοντας δάκρια παιδιών που βιαστήκανε οι ψυχές τους
    Φυλλορροώντας τους σταυρούς που γράφουν τα ονόματα των φίλων μας
    τους γλυκοφιλούμε σαν τους πιο μεγάλους έρωτες
    που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
    σαν τα πιο μεγάλα παιδικά όνειρά μας που ζητούν εκδίκηση
    για την χαμένη μας ευτυχία.

    επιστροφή
 
Loading...